Saturday, May 05, 2007

TO NATO OR NOT TO NATO

Στη διεθνή σκακιέρα, μόνιμες, δίκαιες και βιώσιμες λύσεις επιτυγχάνονται από πολύ σπάνια έως ποτέ. Για την προάσπιση ή και την επιβολή των συμφερόντων τους τα κράτη διαρκώς αναζητούν συμμάχους. Και η Ελλάδα λοιπόν, πέρα από τη συμμετοχή της στον Ο.Η.Ε, είναι ομοτράπεζη χωρών που εκτείνονται, με ανατολική φορά, από τον Βόρειο Ειρηνικό μέχρι την κεντρική Ασία. Από τους πολλούς διεθνείς οργανισμούς στους οποίους η χώρα μας είναι μέλος, ο Ο.Η.Ε, η Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ αποτελούν τα κυρίως πεδία όπου ουσιαστικά «παίζονται» καθημερινά τα εθνικά μας συμφέροντα.

Ο Ο.Η.Ε είναι οργανισμός «must» για κάθε χώρα της Γης. Αντιπροσωπεύει ό, τι καλύτερο έχει να επιδείξει ο σύγχρονος πολιτισμός, ασχέτως αν οι ισχυροί του κόσμου τον προσπερνούν συστηματικά όποτε η διεθνής νομιμότητα εμποδίζει τα επεκτατικά σχέδιά τους.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι η εξελιγμένη μορφή ενός οράματος με πιο συγκεκριμένους στόχους που ιεραρχούν την οικονομική ανάπτυξη πρώτα, με δεύτερη την πολιτική εναρμόνιση των μελών της. Επιπλέον προσδιορίζεται και με γεωγραφικούς όρους αν και οι πολιτικές σκοπιμότητες τείνουν να αποδυναμώσουν το γεωγραφικό κριτήριο ως απαραίτητο κανόνα για την ένταξη σε αυτήν.

Το σύγχρονο ΝΑΤΟ, για πρώτη φορά στην υπέρ του μισού αιώνα διάρκειά του, έχει ως πρώτο στόχο να υπερασπίζεται την αναγκαιότητα της ύπαρξής του. Στην απαρχή της τρίτης χιλιετίας ο λόγος που οδήγησε στην ίδρυση της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας, στις 4 Απριλίου 1949, έχει εκλείψει προ πολλού. Όμως το ΝΑΤΟ έχει σήμερα περισσότερα μέλη και περισσότερη ονομαστική ισχύ από οποτεδήποτε στο παρελθόν. Και δεν είναι μόνο αυτό. Στο Δυτικό κομμάτι του Βορείου ημισφαιρίου, όποια χώρα ακόμα δεν είναι μέλλος του ΝΑΤΟ σπεύδει να εκφράσει την επιθυμία της να γίνει. Γιατί;

Η απάντηση δεν είναι μία και δεν είναι ανεξάρτητη της ιδεολογικής ταυτότητας όποιου την εκφέρει. Παρά ταύτα εδώ θα προσπαθήσουμε να στηρίξουμε την τοποθέτησή μας αφ’ ενός σε γεγονότα, αφ’ εταίρου στην κοινή λογική, με γνώμονα τα Ελληνικά, μόνο, συμφέροντα.

Η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα-μέλλος στην ιστορία της Ατλαντικής Συμμαχίας που, το 1974, αποσύρθηκε προσωρινά (έως το 1980) από το στρατιωτικό σκέλος διαμαρτυρόμενη για την ανεπάρκεια/απροθυμία του ΝΑΤΟ να δράσει για την αποφυγή της Κυπριακής τραγωδίας. Ενός γεγονότος που έφερε σε άμεση πολεμική αντιπαράθεση δύο γειτονικά μέλη του και όπου η κλιμάκωση του πολέμου αποφεύχθηκε όχι χάρη στο ΝΑΤΟ συνολικά, αλλά λόγω της ευθείας παρέμβασης των Η.Π.Α.

(Σημ: Η προσωρινή απόσυρση της Γαλλίας, 1959- 1993, οφειλόταν στην Γαλλική αντίδραση έναντι του Αμερικανο-βρετανικού ηγεμονισμού).

Το υποθετικό, λοιπόν, ερώτημα, τι υπηρεσίες θα προσέφερε το ΝΑΤΟ στην Ελλάδα σε μια νέα περίπτωση ακραίας διεκδίκησης από την Τουρκία Ελληνικών εδαφών ή κυριαρχικών δικαιωμάτων, επιδέχεται μάλλον απογοητευτικής απάντησης. Εδώ όμως θα εστιάσουμε στο διαγραφόμενο μέλλον της Συμμαχίας, όσο είναι δυνατό να προσδιοριστεί, και ειδικότερα στο όποιο ειδικό βάρος της Ελλάδας στη γεωστρατηγική ζυγαριά της περιοχής μετά την είσοδο των Σκοπίων, της Αλβανίας και της Κροατίας, χώρες για τις οποίες η δική μας θα κληθεί να τοποθετηθεί επίσημα και τελεσίδικα σε ένα χρόνο.

Μετά τον πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία και την απροκάλυπτη ηθική υποστήριξη των Σέρβων από την Ελληνική κοινή γνώμη, οι αδιάφορες σχέσεις της Ελλάδας με την Κροατία έγιναν ψυχρές. Ποιώντας την ανάγκη φιλότιμο η τρέχουσα κυβέρνηση της Κροατίας φλερτάρει με την Ελληνική προσδοκώντας τη στήριξή μας στην Ευρωπαϊκή και στην «Ατλαντική» της προοπτική. Την επόμενη αμέσως μέρα η Κροατία θα γίνει ακόμα ένας σκληρός ανταγωνιστής μας στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής οικογένειας, όχι μόνο λόγω των παραδοσιακών/ιστορικών παραγόντων αλλά, κυρίως, λόγω του οικονομικού ανταγωνισμού σε όλους τους τομείς. Εφ’ όσον όμως με την Κροατία δεν μοιραζόμαστε σύνορα, η Ελλάδα αξίζει να προσπαθήσει να έχει αν όχι τη στήριξη της χώρας αυτής, τουλάχιστον να αποφύγει την κάθετη αντίθεσή της έναντι των Ελληνικών συμφερόντων.
Η είσοδος της Κροατίας στο ΝΑΤΟ θα κάνει ακόμα δυσκολότερη την προσπάθεια της Ελλάδας να αναδειχθεί ως περιφερειακή ηγέτιδα στα Βαλκάνια, χωρίς όμως αυτό να αποκλείεται αν η χώρα μας επιδείξει υψηλού επιπέδου διπλωματία και δημιουργική και επίμονη πολιτική βούληση και πρωτοβουλία. Είναι πάντως αξιοσημείωτο ότι ο Κροατικός πληθυσμός, με ξεκάθαρη πλειοψηφία πάνω από 60% όπως προκύπτει από επανειλημμένες δημοσκοπήσεις, δεν θέλει τη συμμετοχή της χώρας στο ΝΑΤΟ. Φαίνεται λοιπόν ξεκάθαρα ότι και στην Κροατία η φιλονατοϊκή επιλογή περιορίζεται στην πολιτικο-οικονομική ελίτ, ακριβώς όπως και στην Ελλάδα.

Τις απαιτήσεις για πολύ μεγάλη αναβάθμιση του επιπέδου της Ελληνικής εξωτερικής πολιτικής θα επιβάλλει, περισσότερο από κάθε τι άλλο, η αναπόφευκτη είσοδος στο ΝΑΤΟ των Σκοπίων και της Αλβανίας. Η Ελλάδα τότε θα έχει το θλιβερό προνόμιο, μόνη εκείνη απ’ όλα τα μέλη της Συμμαχίας, να υποχρεούται να συμπεριφέρεται ως «σύμμαχος» σε τρεις χώρες οι οποίες ακούραστα, θρασύτατα και πεισματικά επιδίδονται συστηματικά σε προκλητικές ενέργειες εναντίον των Ελληνικών συμφερόντων, υπονομεύουν το κύρος της χώρας μας στο διεθνές περιβάλλον (κάτι που κάνουμε και μόνοι μας…), καταφέρονται εναντίον της εθνικής ταυτότητας των Ελλήνων- όσων, εν πάσει περιπτώσει, διατηρούν για τον εαυτό τους το δικαίωμα να αισθάνονται περήφανοι που είναι Έλληνες, και που γενικότερα και ειδικότερα αυτές οι τρεις γειτονικές χώρες, Τουρκία, Σκόπια και Αλβανία, προκαλούν αισθήματα απέχθειας και αγανάκτησης στη συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών.

Για κανένα από τους εχθρικά διακείμενους γείτονές της η Ελλάδα δεν είχε ούτε έχει το περιθώριο αντιρρήσεων. Για την Τουρκία, με την οποία μπήκαν μαζί στο ΝΑΤΟ στις 18 Φεβ. του 1952, αυτό είναι εύκολα κατανοητό. Σχετικά με την Αλβανία και τα Σκόπια όμως τι συμφέρει τη χώρα μας;

Το προηγούμενο της Τουρκίας θα έπρεπε να πείθει και τον πλέον αισιόδοξο ότι τις αλυτρωτικές κορώνες δεν πρόκειται να τις σταματήσουν ούτε η ΕΕ ούτε το ΝΑΤΟ. Απεναντίας, Σκόπια και Αλβανία σύντομα θα αναρριχηθούν στα πλέον επίσημα forum για να εκτοξεύουν το βιτριολικό τους λόγο και τις ανυπόστατες όσο και απίστευτες αξιώσεις τους, με τους λοιπούς «φίλους και συμμάχους» να τηρούν «ίσες αποστάσεις». Υπό αυτό το πρίσμα η Ελλάδα μόνο δυστυχία έχει να περιμένει από τη συμμετοχή των Αλβανών και των Σκοπιανών στους δύο σημαντικότερους, πρακτικά, διεθνείς οργανισμούς του κόσμου.

Είναι εξόχως θλιβερό το γεγονός ότι, παρ’ όλα αυτά, ένα πολύ μεγάλο μέρος της Ελληνικής κοινής γνώμης και ιδιαίτερα η νεολαία, αψηφά ή αμφισβητεί την στυγνή πραγματικότητα του ανταγωνισμού της Ελλάδας με τους τρεις προαναφερθέντες γείτονές της και συνοπτικά απορρίπτει κάθε σχετική πραγματεία αλλά και όσους την υποστηρίζουν, ως ακροδεξιούς. Άμεση συνέπεια είναι ότι τουλάχιστον όσο αφορά στην εξωτερική πολιτική, αυτή να συζητείται με θεωρητικά, ιδεολογικά δεδομένα αντί των πρακτικών και των πραγματικών, ενώ οι εκπρόσωποι του υπερσυντηρητικού/ακροδεξιού χώρου αυτοπροβάλλονται ως κατέχοντες το μονοπώλιο του πατριωτισμού. Αν οι Έλληνες διπλωμάτες και ιδιαίτερα αυτοί που εργάζονται στις νευραλγικές διευθύνσεις του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών, δημοσιοποιούσαν την κάθε μάχη που δίνουν καθημερινά για να αποτρέψουν τις διαρκείς επιθέσεις που συστηματικά δέχεται η χώρα μας σε κάθε διεθνές βήμα, τότε και ο τελευταίος Έλληνας πολίτης θα κατανοούσε ότι με φιλοφρονήσεις και ευχολόγια οι περιβόητες σχέσεις καλής γειτονίας δεν επιτυγχάνονται ποτέ. Ο μόνος τρόπος είναι η άσκηση και όχι η απλή επίδειξη ισχύος. Και στο διπλωματικό πεδίο η μόνη δυνατή αντίδραση είναι το βέτο.

Θα είναι ολέθριο λάθος και μοναδικό παράδειγμα ηττοπάθειας τόσο στην ΕΕ όσο και στο ΝΑΤΟ, αν η Ελλάδα συναινέσει στη είσοδο των Αλβανών και των Σκοπιανών στους δύο οργανισμούς πριν οι δύο αυτές χώρες σβήσουν κάθε ίχνος αλυτρωτικών ή άλλων αξιώσεων ή διακρίσεων ή υπονοούμενων εναντίον της χώρας μας και πριν αποκηρύξουν επίσημα κάθε τέτοιο κίνημα είτε στο εσωτερικό τους είτε στο εξωτερικό. Αν δεν γίνει αυτό τότε αναπόφευκτα το Κόσσοβο θα αποτελέσει προηγούμενο για να αμφισβητήσουν, με τον επισημότερο τρόπο, το μεγαλύτερο μέρος των Ελληνικών εδαφών και με τους λοιπούς «συμμάχους» να σπεύδουν να εκμεταλλευτούν κάθε παράθυρο ευκαιρίας εις βάρος μας. Η Ελλάδα θα πρέπει να επιμείνει στην εφαρμογή εκείνου του κοινοτικού κεκτημένου που επιτάσσει σε κάθε νέο μέλος να έχει πρώτα τακτοποιήσει τυχόν εκκρεμότητες του με όλα τα παλαιότερα μέλη. Έτσι ακριβώς όπως και έγινε με την προτελευταία διεύρυνση, των 15 σε 25. Επιγραμματικά αναφέρουμε εδώ την ορατή προοπτική να αποκτήσει η Ελλάδα επίσημη Αλβανική μειονότητα της τάξεως του 8% που θα την καταστήσει ρυθμιστή της δημόσιας ζωής στον τόπο μας, ενώ είναι ενδεικτικό του θράσους των Σκοπιανών το γεγονός ότι στο καταστατικό του μεγαλύτερου κόμματος των Σκοπίων, του εθνικιστικού VMRO, γίνεται ξεκάθαρη αναφορά στο καθήκον να προσαρτηθεί η Ελληνική Μακεδονία από τη δική τους χώρα, τον αποκλειστικό, ισχυρίζονται, δικαιούχο του ονόματος, της ιστορίας και του πλούτου των συγκεκριμένων εδαφών.

Μετά λοιπόν τους Τούρκους που επιμένουν να εμφανίζουν επίσημους χάρτες όπου η Δυτική Θράκη και το μισό Αιγαίο παρουσιάζονται είτε ως Τουρκικά είτε ως ανεξάρτητη χώρα(!), με τους Αμερικανούς να αναγνωρίζουν ντε φάκτο ως Τουρκική μειονότητα όλους τους Θράκες μουσουλμάνους, περιμένουμε τώρα και τους Βόρειους εχθρούς μας να μας πληροφορήσουν, από τις Βρυξέλλες παρακαλώ, ότι στην πραγματικότητα τα σύνορα της Ελλάδας είναι, στην καλύτερη περίπτωση, ο Πηνειός ποταμός…

Ας ευχηθούμε ότι η πολιτική ηγεσία και το στελεχιακό δυναμικό του ΥΠΕΞ θα επιτύχουν τα μέγιστα δυνατά μπροστά στο αναπόφευκτο της εισόδου της Αλβανίας και των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ αφού η απόφαση είναι εδώ και χρόνια ειλημμένη από τους Αμερικανούς.

Μετά λοιπόν και αυτή τη διεύρυνσή του, τι θα κάνει το ΝΑΤΟ; Θα διευρυνθεί κι άλλο! Τα τελευταία χρόνια, ελλείψει πραγματικού αντικειμένου, η γιγαντιαία αυτή γραφειοκρατία έχει στρέψει τις προσπάθειές της στη δημιουργία ενός εικονικού πεδίου δράσης που να δικαιολογεί όχι μόνο την ύπαρξη αλλά και τη μεγέθυνσή της. Και στις δύο όχθες του Ατλαντικού το πολιτικό κατεστημένο μαζί με το στρατιωτικό/βιομηχανικό εργάζονται συμπληρωματικά και εξόχως αποτελεσματικά ώστε το ΝΑΤΟ να εξακολουθεί να επιβραβεύει όλους όσοι το τρέφουν. Κύρια και πρωταρχικά βεβαίως, να υπηρετεί το αφεντικό του, τις Ηνωμένες Πολιτείες, τόσο πολιτικά όσο και οικονομικά αφού οι χώρες- μέλη αποτελούν τη μεγαλύτερη αγορά της Αμερικανικής πολεμικής βιομηχανίας.

Στη διεθνή πολιτική σκακιέρα ο κυριότερος παράγοντας που προκρίνει τις κινήσεις των παικτών δεν είναι οι βαθυστόχαστες πολιτικές αναλύσεις, ούτε οι κατασκοπευτικοί δορυφόροι, ούτε καν τα ισχυρά οικονομικά συμφέροντα. Όλα αυτά ναι, επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό αλλά ο ένας και μακράν σημαντικότερος παράγοντας είναι η ιδιοσυγκρασία των ηγετών, ο χαρακτήρας τους, ο εγωισμός τους, οι φιλοδοξίες και η ματαιοδοξία τους. Αυτό ισχύει απόλυτα στην περίπτωση των Η.Π.Α καθώς η χώρα αυτή δεν έχει πάψει να πολεμά από τα ξημερώματα της εβδόμης Δεκεμβρίου 1941, τοπική ώρα, όταν έγινε η ιαπωνική επίθεση στο Pearl Harbor. Το Σύνταγμα της χώρας δίνει στον εκάστοτε Αμερικανό πρόεδρο την ανώτατη διοίκηση των ισχυρότερων ενόπλων δυνάμεων της Γης. Ελάχιστοι άνθρωποι είναι σε θέση να διαχειριστούν συνετά αυτή την κολοσσιαία δύναμη και ο νυν πρόεδρος, G. W. Bush, είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα της αδυναμίας των ΗΠΑ να προκρίνουν ηγέτες ικανούς να σηκώσουν το βάρος του κόσμου... Το ΝΑΤΟ λοιπόν, με όλα πλην δύο από τα 26 μέλη του να βρίσκονται στην Ευρώπη, καθοδηγείται από τους Αμερικανούς σύμφωνα με τα δικά τους στενά συμφέροντα και όχι σύμφωνα με τα κοινά συμφέροντα όλων των μελών του, όπως συνέβαινε στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου όταν υπήρχε συγκεκριμένη και ορατή απειλή.

Το πολεμικό δόγμα των Η.Π.Α είναι απλό: “What can’t be solved by force will be solved by more force”. Η προτίμηση των Αμερικανικών κυβερνήσεων στις δυναμικές παρεμβάσεις/επεμβάσεις είναι πάγια όπως πάγια είναι και η κατάληξη να μεγεθύνονται και να πολλαπλασιάζονται τα προβλήματα αντί να λύνονται, ιδιαίτερα μετά το φιάσκο του Ιράκ. Αυτή η εξέλιξη οδήγησε κάποιες από τις μεγαλύτερες χώρες του ΝΑΤΟ να αποστασιοποιηθούν απροκάλυπτα από την Αμερικανική πρακτική. Πρώτη η Γαλλία, στηριζόμενη από τη Γερμανία, αντιστάθηκε στις αφόρητες Αμερικανικές πιέσεις. Ακλούθησε η Ισπανία υπό το νέο πρωθυπουργό της Λουίς Θαπατέρο, ο οποίος και απέσυρε τους Ισπανούς στρατιώτες από το Ιράκ, και υπέγραψε συμφωνίες με τον πρόεδρο της Βενεζουέλας Ούγκο Τσάβες, για την πώληση Ισπανικών όπλων αξίας δισεκατομμυρίων ευρώ. Επόμενη απώλεια για τις ΗΠΑ ήταν η Ιταλία ενώ το Ιράκ έκανε τις σχέσεις της Ουάσιγκτον δύσκολες και με την Τουρκία. Οι πρωτοβουλίες στο πλαίσιο της ΕΕ για τη δημιουργία κοινής Ευρωπαϊκής στρατιωτικής δύναμης ενεργοποίησαν τα ανακλαστικά των Αμερικανών να επιταχύνουν τον προσεταιρισμό των χωρών του πρώην Σοβιετικού μπλοκ και να καταφέρουν, με χαρακτηριστική ευκολία, να επανακτήσουν τον έλεγχο της ΝΑΤΟικής ατζέντας αφ’ ενός, να ισχυροποιηθεί η επιρροή τους στην ΕΕ αφ’ εταίρου. Οι Αμερικανοί χρησιμοποιούν τη Βρετανία από τα Δυτικά και τους γείτονες της Ρωσίας από τα Ανατολικά, ως ένα είδος τανάλιας με την οποία εξουδετερώνουν τις όποιες κινήσεις ερμηνεύουν ως αμφισβήτησή τους. Σε μια παρόμοια μόνιμη τανάλια θα μπει μόνη η Ελλάδα με την είσοδο των Σκοπίων και της Αλβανίας στο ΝΑΤΟ.

Έρχεται λοιπόν το δια ταύτα: αφού εντός τα πράγματα είναι ανησυχητικά, στενάχωρα, απογοητευτικά, γιατί να μη φύγει η χώρα μας απ’ αυτή τη «συμμαχία της υποκρισίας»; Θα χάσει, ενδεχομένως, κάποιους «φίλους» αλλά αφ’ ενός θα τους ξανακερδίσει στην πορεία, αφ’ εταίρου θα κάνει πολλούς νέους ενώ θα ενισχύσει την ουδετερότητά της έναντι της καυτής πατάτας της Ισλαμικής τρομοκρατίας. Αν η Ελλάδα αντιμετώπιζε τέτοια μάλλον ανέξοδη οδό διαφυγής θα την είχε ήδη ακολουθήσει αλλά η παρουσία μας στο ΝΑΤΟ είναι εκβιαστικά επιβεβλημένη. Έξω από τον Οργανισμό θα είμαστε απολύτως εκτεθειμένοι στην Τουρκική δολιότητα ενώ Αλβανοί και Σκοπιανοί θα είναι ανεξέλεγκτοι. Αυτή είναι λοιπόν η παράδοξη πραγματικότητα. Η Ελλάδα είναι υποχρεωμένη να παραμείνει σ’ ένα ουσιαστικά αφιλόξενο περιβάλλον όπου κυριαρχούν οι λυκοφιλίες και η υποκρισία, γιατί έτσι ενημερώνεται καλύτερα για τις προθέσεις των ανταγωνιστών της, διαθέτει ένα επίσημο –αν και χαρακτηριστικά υποκριτικό- βήμα για τη διατύπωση των απόψεων της και, εν πάση περιπτώσει, διακατέχεται από την αίσθηση και την ελπίδα ότι οι επίσημες συνθήκες του ΝΑΤΟ, οι υπογραφές των μελών του, οι ενδο-συμμαχικές ζυμώσεις και η εκμετάλλευση όποιων ευκαιριών παρουσιάζονται στο ΝΑΤΟικό πλαίσιο, προσφέρουν κάπως καλύτερη προστασία από το να είμαστε αδέσποτοι.

Εκτός από το γεωπολιτικό κόστος που επωμίζεται ως μέλος του Βορειοατλαντικού Συμφώνου, η χώρα μας καλείται να υπομείνει και ένα εξαιρετικά δυσβάστακτο οικονομικό κόστος λόγω της συμμετοχής της στις ΝΑΤΟικές αποστολές. Η Ελλάδα δεν είναι η μόνη χώρα που δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στις «συμμαχικές» της υποχρεώσεις και να επιμεριστεί το κόστος, χρηματικό και ανθρώπινο, που επιβάλλει η Αμερικανική ηγεμονία. Οι πόλεμοι των ΗΠΑ σε Ιράκ και Αφγανιστάν και η ολίσθηση στο αδιέξοδο της διαρκούς στρατιωτικής κλιμάκωσης ως μόνης επιλογής, αναπόφευκτα έφεραν το ΝΑΤΟ αντιμέτωπο με το γεγονός ότι όλοι σπεύδουν στα συμβούλια και στις δεξιώσεις, ελάχιστοι όμως αποστέλλονται στον πόλεμο, που είναι αυτό καθ’ αυτό το αντικείμενο του Οργανισμού. Το ΝΑΤΟ βρίσκεται σ’ ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Η ηγεμονία των ΗΠΑ επιβάλλεται να αλλάξει ποιοτικά χαρακτηριστικά για να ξανα-εμπνεύσει την έμπρακτη αλληλεγγύη όλων των χωρών της Συμμαχίας. Η στρατιωτική ισχύς ήταν μονόδρομος έναντι του Συμφώνου της Βαρσοβίας, δεν επιτυγχάνει όμως τίποτα απέναντι στις «ασύμμετρες» απειλές που έχουν κοινωνικο-πολιτικά αίτια. Οι ΗΠΑ θα υποχρεωθούν να αποδεχτούν τη σκληρή πραγματικότητα και να υποστούν τις συνέπειες των λαθών του G. W. Bush. Για μια ή δύο δεκαετίες ακόμα, το ΝΑΤΟ θα εξακολουθήσει να ψάχνει για ένα πολιτικά ορθό προσωπείο, μέχρι να αναλάβει η Κίνα να του ξαναδώσει την παραδοσιακή του αποστολή.

This page is powered by Blogger. Isn't yours?